Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (Ε.Κ.Π.Α.) διεξήγαγε μὲ ἐξαιρετικὴ ἐπιτυχία ἀπὸ τὶς 24 ἕως τὶς 28 Νοεμβρίου 2024 Διεθνὲς Συνέδριο στὴν Ἀθήνα μὲ θέμα: «Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία στὸν 21ο αἰῶνα. Προκλήσεις καὶ προοπτικές»
Ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Τὸ Συνέδριο, τὸ ὁποῖο μόλις ὁλοκληρώθηκε, ἐντάσσεται στὴ σειρὰ τῶν Διεθνῶν Θεολογικῶν Συνεδρίων ποὺ πραγματοποιήθηκαν στὴν Ἀθήνα κατὰ τὸν 20ὸ αἰῶνα (1936 καὶ 1976) καὶ ἐπιχείρησε νὰ ἀναδείξει, νὰ διερευνήσει καὶ νὰ συμβάλλει στὰ καίρια ζητήματα καὶ προβλήματα τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία σὲ πανορθόδοξο καὶ οἰκουμενικὸ ἐπίπεδο κατὰ τὸν 21ο αἰῶνα. Εἰδικότερα, τὸ Συνέδριο ἐξέτασε τὴ θέση καὶ τὴν ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ Θεολογίας στὶς νέες ἱστορικές, γεωπολιτικές, κοινωνικὲς καὶ πολιτισμικὲς συνθῆκες καὶ ἐξέφρασε ἐκ νέου τὴν πλούσια κληρονομιά, τὴν ἔμπρακτη διακονία, τὴν προφητικὴ μαρτυρία καὶ λειτουργία της στὸν σύγχρονο κόσμο. Οἱ ἰδιαίτερες θεματικὲς ποὺ ἀπασχόλησαν τὸ Συνέδριο ἀφοροῦσαν στὴ σπουδὴ καὶ στὴν κριτικὴ τοποθέτηση τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας πρώτιστα σὲ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὸ πανεπιστήμιο καὶ μὲ τὴν κοινωνία, καθὼς ἐπίσης καὶ στὸν διάλογό της μὲ τὶς ἐπιστῆμες, τὴν τεχνολογία, τὶς τέχνες, τὸν πολιτισμὸ καί ἀσφαλῶς μὲ τὰ σύγχρονα θεολογικὰ καὶ πνευματικὰ ρεύματα.
Τὶς ἐργασίες τοῦ Συνεδρίου τίμησε μὲ τὴν παρουσία του ἡ Α.Θ.Π. ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος Α΄, ὁ ὁποῖος ἐξεφώνησε κατὰ τὴν ἐπίσημη ἔναρξή του στὴν μεγάλη αἴθουσα τελετῶν τοῦ ΕΚΠΑ καὶ μὲ τὴν ἐξόχως τιμητικὴ παρουσία τῆς Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας κ. Αἰκατερίνης Σακελλαροπούλου καὶ τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερωνύμου Β΄, βαρυσήμαντη καὶ ἐλπιδοφόρα ἐναρκτήρια ὁμιλία. Στὸ Συνέδριο συμμετεῖχαν πάνω ἀπὸ 180 ὁμιλητές, μέλη τοῦ Διδακτικοῦ καὶ Ἐρευνητικοῦ Προσωπικοῦ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, Ὀρθόδοξοι Θεολόγοι καὶ διακεκριμένες ἐκκλησιαστικὲς προσωπικότητες ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ (Εὐρώπη, Ἀμερική, Ἀφρική, Ἀσία, Αὐστραλία), ἐκπροσωπῶντας σχεδὸν ὅλες τὶς κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ τὴ λεγόμενη Διασπορά, ἐπιστήμονες ἀπὸ ἄλλα γνωστικὰ ἀντικείμενα καὶ ἄνθρωποι τῆς τέχνης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Παράλληλα, ὡς παρατηρητὲς συμμετεῖχαν θεολογικὲς προσωπικότητες διεθνοῦς κύρους ἀπὸ ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες καὶ παραδόσεις τῆς Εὐρώπης.
Ὑποδεχόμενος τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαῖο Α’ ὁ κ. Σιάσος τόνισε μεταξὺ ἄλλων: «Eκ μέρους τῶν Πρυτανικῶν Ἀρχῶν, ἐπιθυμῶ νὰ Σᾶς ἐκφράσω τὴν ἀγάπη καὶ τὸν σεβασμὸ μὲ τὸν ὁποῖο περιβάλλουμε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὸ πρόσωπό Σας, καθὼς διὰ τῆς διακονίας καὶ τῶν ἐνεργειῶν Σας, προβάλλετε τὴν ἔννοια καὶ τὴν σημασία τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνισχύετε τὸν ἀπανταχοῦ Ἑλληνισμό, ἀναδεικνύετε τὴν οἰκουμενικότητα τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἀποτελεῖτε γνήσιο θεματοφύλακα τῶν θεμελιωδῶν ἀξιῶν ποὺ καθορίζουν τὴν ἱστορικὴ καὶ πνευματική μας ταυτότητα.
Στὸ πρόσωπό σας συμπυκνώνεται ὅλη ἡ εἰκόνα ἑνὸς ἐμπνευσμένου ἱεράρχη, ποὺ μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὶς ἰδέες του μπορεῖ νὰ ἐμπνεύσει ὄχι μόνο τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο ἀλλὰ καὶ κάθε συνάνθρωπό μας. Ἡ πολύχρονη καὶ πολύπλευρη προσφορά Σας, τὸ πολυδιάστατο ἔργο Σας στὴν Μητέρα Ἐκκλησία, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο,- ἔργο μὲ ὅραμα γιὰ ἕνα βιώσιμο μέλλον μὲ βάση τὶς πανανθρώπινες ἀξίες τῆς Ὀρθοδοξίας – Σας καθιστοῦν στυλοβάτη τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς Χριστιανοσύνης ἐν γένει.
Οἱ δυὸ θεσμοί, ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, ὑπῆρξαν ἀπὸ τοὺς βασικοὺς πυλῶνες τῆς συγκρότησης τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, συντελῶντας καθοριστικὰ στὴ διαμόρφωση τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς ταυτότητάς του, ὅπως διαμορφώθηκε στὸν 19ο αἰῶνα, καθὼς καὶ στὴν ἐξέλιξη τῆς θεολογικῆς σκέψης στὸν ὀρθόδοξο κόσμο.»
Ἡ κεντρικὴ ὁμιλία πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὴν Αὐτοῦ Θειοτάτη Παναγιότητα, τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης καὶ Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, κ. Βαρθολομαῖο Α΄ μὲ τίτλο: «Ἡ ἀποστολὴ καὶ τὸ ἔργο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ Θεολογίας στὸν 21ο αἰῶνα».
Προσφώνηση ἀπηύθυνε ὁ Πρύτανης τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Καθηγητὴς Γεράσιμος Σιάσος. Ἀκολούθησε χαιρετισμὸς ἀπὸ τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, κ. Ἱερώνυμο Β΄ καὶ εἰσαγωγικὴ ὁμιλία ἀπὸ τὸν Κοσμήτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, Καθηγητὴ Ἐμμανουὴλ Καραγεωργούδη μὲ τίτλο «Ἡ θεματολογία καὶ στοχοθεσία τοῦ Διεθνοῦς Συνεδρίου: “Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία στὸν 21ο αἰῶνα. Προκλήσεις καὶ προοπτικές”».
Ὁ Παναγιώτατος κατά τὴν βαρυσήμαντη ὁμιλία του μεταξύ ἄλλων άνέφερε
«Ἐκφράζομεν τὰς ὁλοκαρδίους εὐχαριστίας τῆς ἡμῶν Μετριότητος πρὸς τὰ Ἐλλογιμώτατα μέλη τῆς Ἐπιστημονικῆς καὶ Ὀργανωτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ παρόντος Διεθνοῦς Συνεδρίου διὰ τὴν εὐγενῆ καὶ τιμητικὴν πρόσκλησιν νὰ ἐκφωνήσωμεν τὴν εἰσαγωγικὴν ὁμιλίαν, δηλοῦντες καὶ ἐπαναλαμβάνοντες καὶ ἐνώπιον ὑμῶν ὅτι ἡ τιμὴ διαβαίνει ἐπὶ τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία πολλὰ καὶ ἀνεκτίμητα προσήνεγκεν εἰς τὴν θεολογίαν, ἐν τῇ διπλῆ δεσμεύσει καὶ ἀναφορὰ τῆς ἱερᾶς ἐπιστήμης εἰς τὴν Παράδοσιν τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων καὶ εἰς τὴν μαρτυρίαν της ἐνώπιον τῶν σημείων τῶν καιρῶν περὶ τῆς ἐλθούσης ἐν Χριστῷ ἐλευθεροποιοῦ χάριτος καὶ τῆς ἐλπίδος τῆς αἰωνίου Βασιλείας τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πρότυπον θεολογικῆς ἐργασίας, ὡς πρὸς τὴν μεθοδολογίαν καὶ τὸν ποιμαντικὸν προσανατολισμόν, παραμένει ἡ θεολογία τῶν Μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μία θεολογία ὑπαρξιακὴ καὶ συγκεκριμένη, ποτὲ ἄσαρκος καὶ νοησιαρχική. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρική, ἐκκλησιογενὴς καὶ ἐκκλησιοτραφὴς θεολογία ἦτο κατάθεσις ψυχῆς, συνέδεε τὴν πίστιν μὲ τὴν ζωήν, τὴν θεωρίαν μὲ τὴν πρᾶξιν, χωρὶς ἐπιδεικτικὴν σοφίαν καὶ ἐπιτηδευμένην εὐγλωττίαν, ὡμίλει δὲ πάντοτε ἐστραμμένη πρὸς τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον. Οἱ Πατέρες ἐκληροδότησαν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐμπειρίαν ὅτι πιστότης εἰς τὴν Ἀλήθειαν καὶ ἀνοικτοσύνη πρὸς τὸν κόσμον καὶ τὸν πολιτισμὸν ἀλληλοπεριχωροῦνται καὶ ἀλληλοεμπλουτίζονται.
Εἰς τὴν ἐποχήν μας βεβαίως ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ θεολογία της εὑρίσκονται ἀντιμέτωποι μὲ νέας συνθήκας καὶ πολλὰς μεγάλας προκλήσεις. Καὶ ἡ συνάντησις μὲ τὸν σύγχρονον κόσμον ὀφείλει ὅμως νὰ ἐκτυλίσσεται ἐν πιστότητι πρὸς τὸν «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου» χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ γνῶσιν καὶ ὀξὺ αἰσθητήριον διὰ τὰ νέα ἱστορικὰ δεδομένα. Ἀποτελεῖ βασικὴν ἀρχὴν διὰ τὴν θεολογίαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀμυντική, ὡς νὰ ἐστρέφοντο ὅλαι αἱ τρέχουσαι ἐξελίξεις ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐπίσης, ἡ θεολογία ὀφείλει νὰ εἶναι ἐπίκαιρος, συμφώνως πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ «καιροῦ», ἀφοῦ τὸ παρόν, ὅπως ἔχει γραφή, δὲν εἶναι μόνον χρονολογικὴ ἔννοια, δὲν σηματοδοτεῖ «ἁπλῶς τὴν τρέχουσα ἐπικαιρότητα, ἀλλὰ καὶ τὴ σήμερα καὶ μόνον σήμερα δεδομένη δυνατότητα, τὸν “καιρόν”».
Ὅμως ἡ θρησκειολογία δὲν δύναται νὰ ὑποκαταστήση τὴν θεολογίαν. Τὸ μέλλον ἀνήκει εἰς τὴν δημιουργικὴν συνεργασίαν θρησκειολογίας καὶ θεολογίας, μὲ καθωρισμένην ἐπιστημονικῶς τὴν συνάφειαν καὶ τὴν ὁριοθέτησιν τοῦ ἀντικειμένου καὶ τῆς μεθοδολογίας των. Ἡ σύνδεσις τῆς θεολογίας μὲ τὴν Ἐκκλησίαν δὲν μειώνει τὴν ἐπιστημονικότητά της, ἐφ᾽ ὅσον ἡ θεολογία την θεματοποιεῖ αὐτὴν τὴν σύνδεσιν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπροϋπόθετος ἐπιστήμη. Αἱ τάσεις μονοπωλήσεως τῆς ἐπιστημονικῆς προσεγγίσεως τῆς θρησκείας ἀπὸ τὴν θρησκειολογίαν ἐλέγχονται ὡς ἀβάσιμοι καὶ διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ θρησκειολογικὴ ὀπτικὴ παραμένει ἐγκλωβισμένη εἰς τὴν πολιτισμικὴν θεώρησιν τῆς θρησκείας
Ἐκλεκτὴ ὁμήγυρις,
Πορευόμεθα σήμερον μὲ παρακαταθήκην ὅσα ἀνεδείχθησαν βασικοὶ ἄξονες τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας κατὰ τὸν 20ὸν αἰῶνα: Πατερικὴ θεολογία, Θεία Εὐχαριστία, ἐκκλησιολογία, τριαδολογία, ἐσχατολογία, θεολογικὴ ἀνθρωπολογία, ἀσκητικὴ πνευματικότης, θεολογικὴ οἰκολογία, κοινωνικὴ διδασκαλία, διακονία, κοινὴ Ὀρθόδοξος μαρτυρία, διαχριστιανικοὶ διάλογοι, διαθρησκειακὴ συνεργασία, διάλογος μὲ τὴν ἐπιστήμην καὶ ἄλλα. Ὅλα αὐτὰ θὰ παραμείνουν εἰς τὸ κέντρον τῆς θεολογικῆς ἐργασίας εἰς τὸν αἰῶνα μας.
Ἐπιστήμη καὶ τεχνολογία εἶναι ἡ μεγάλη δύναμις ἡ ὁποία ἀλλάζει ριζικῶς τὴν ζωήν μας. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὰ ἀσύλληπτα εὐεργετήματά της. Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀπεκάλεσε τὴν ἱκανότητα ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης τοῦ κόσμου «θεόσδοτον δῶρον εἰς τὸν ἄνθρωπον», ἀνεφέρθη ὅμως καὶ εἰς τοὺς κινδύνους τοῦ ἐπιστημονισμοῦ διὰ τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸ φυσικὸν περιβάλλον. Ἐξ ἄλλου, τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον εἶναι πάντοτε «περισσότερον ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δύναται νὰ συλλάβη ἡ ἐπιστήμη». Εἶναι βέβαιον ὅτι, παρὰ τὰ «θαύματα» τῆς ἐπιστήμης, αἱ ὑπαρξιακαὶ ἀντιφάσεις τοῦ ἀνθρώπου καὶ αἱ ἀπορίαι τῆς ἐλευθερίας του θὰ παραμείνουν. Ὁ ἄνθρωπος θὰ ἀναζητῇ νόημα ζωῆς καὶ θὰ ἀφουγκράζεται τὴν φωνὴν τοῦ οὐρανοῦ. «Μεγάλη δύναμις» θὰ ἀναδεικνύεται καὶ ἡ θρησκευτικὴ πίστις, ἐκπρόσωπος τῆς «διαστάσεως τοῦ βάθους» τῶν πραγμάτων καὶ τῆς προοπτικῆς τῆς αἰωνιότητος.
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνάγκην δυναμικῶν θεολόγων μὲ ἀρίστην θεολογικὴν κατάρτισιν καὶ ἐκκλησιαστικὸν ἦθος, εὐσεβῶν καὶ εὐφυῶν, ἀνθρώπων μὲ ἀνοικτοὺς ὁρίζοντας, μὲ καλλιέργειαν καὶ παιδείαν, μὲ βούλησιν διὰ προσφοράν, ἀνθρώπων ποὺ ἀφουγκράζονται τὸν παλμὸν τῶν συγχρόνων των καὶ ἐκφράζουν ἐπικαίρως τὸ εὐάγγελον μήνυμα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.»
Ἡ τελετὴ ἔναρξης πλαισιώθηκε ἀπὸ μουσικὰ δρώμενα. Ἀρχικὰ ἔψαλλε ὁ Χορὸς Ψαλτῶν «Οἱ Μαΐστορες τῆς Ψαλτικῆς Τέχνης», ἐνῷ στὸ τέλος ἀκούστηκαν μελωδίες ἀπὸ τὸν Βυζαντινὸ Χορὸ Ψαλτριῶν «Αἱ Ἄδουσαι»της Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ, ἀπὸ τὴ Μικτὴ Χορωδία «Φωνὲς» Ι. Ν. Ἁγίας Βαρβάρας Θεσσαλονίκης, ἀπὸ τὸν βαρύτονο Πρωτοπρεσβύτερο π. Ζαφείριο Κουτελιέρη καὶ ἀπὸ τὴ Χορωδία Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ε.Κ.Π.Α.
Πληροφορίες από Ἐθνικό καὶ Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, Δελτίο τύπου ὀργανωτικῆς ἐπιτροπῆς, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιαστική Τηλεόραση



